
Φωτογραφία: ΠΡΙΝ, http://www.flickr.com/photos/prin-news/
Πέμπτη 20 Οκτωβρίου 11:30 π.μ. χτυπάει το τηλέφωνό μου.
-Φραγκούλης: Που είσαι ρε μ…;
-Εγώ: Στην δουλειά μου, δουλεύω.
-Φραγκούλης: Δεν είσαι στην πορεία ρε μ…;
-Εγώ: Όχι σου είπα, δουλεύω.
-Φραγκούλης: Δεν σε νοιάζει ρε μ… που θα φτάσει ο μισθός σου 500 ευρώ;
-Εγώ: Τι να σου πω ρε φίλε; Άκου τι έγινε στην προηγούμενη πορεία που πήγα.
Παρατηρήστε καλά αυτές τις δύο φωτογραφίες. Έχουν τραβηχθεί με διαφορά 10 λεπτών. Η μία είναι πρίν και η άλλη μετά. Πριν από τι όμως και μετά από τι;
Από την επέμβαση του photoshop μήπως; Σας διαβεβαιώ πως όχι.
Μήπως το μετάνιωσαν οι επίδοξοι τζαμπατζήδες χορηγοί του δάσους και ήρθαν και απομάκρυναν το υλικό τους; Αυτό κι αν είναι από τα πράγματα που δεν γίνονται.
Μήπως επέλασαν οι υπάλληλοι του δήμου κατόπιν εντολής του δημάρχου και άσκησαν επιμελώς τα διατεταγμένα τους καθήκοντα, αφαιρώντας τα παράνομα αναρτημένα σκουπίδια; Υπάρχει και άλλο με τον Τοτό…
Τότε, ίσως κάποιος ευσυνείδητος πολίτης άσκησε δίωξη κατά των λαθροδιαφημισθέντων επιχειρηματιών, την κέρδισε και αμέσως μετά επενέβην το κράτος… Μα είπαμε πως οι δύο φωτογραφίες είναι τραβηγμένες με διαφορά 10 λεπτών, όχι 10 χρόνων…
Τα εν λόγω σκουπίδια αφαιρέθηκαν μέσα σε 10 λεπτά με την βοήθεια ενός μικρού κόφτη που φροντίζω να έχω πάντα μαζί μου, από τότε που ανακάλυψα πως εκτός από την γκρίνια για το άπραγο και ανύπαρκτο κράτος, υπάρχει η πράξη και η δράση του πολίτη που αγαπάει και σέβεται την πόλη του.
Είναι πολύ διασκεδαστική διαδικασία και το αποτέλεσμα της αποκατάστασης πολύ όμορφο. Και εκτός αυτού είναι και μία μορφή αντίστασης…
Θέλετε να ξεκινήσετε; Δεἰτε και στο Facebook τους cleanjunkies
Η γιαγιά των ψαράδων ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΤΗΚΕ ΣΤΙΣ 26 Φεβρουαριου 2010, ΩΡΑ 11:16 / ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ: Α. Νασοπουλος / 1 ΣΧΟΛΙΟ

Την γιαγιάκα αυτή την συνάντησα στους Ψαράδες, ένα μικρό κουκλίστικο ψαροχώρι στις όχθες της Μεγάλης Πρέσπας, γεμάτο από μικρά πέτρινα σπιτάκια, άλλα καταρρέοντα και άλλα αναπαλαιωμένα. Μου εκμυστηρεύτηκε την μοναξιά της. Μου είπε πως τα παλιά τα χρόνια τέτοιες μέρες (Χριστούγεννα ήταν) στα σοκάκια δεν χωρούσες να περάσεις από τον κόσμο, τα όργανα έπαιζαν ολημερίς και ολονυκτίς και τα κεράσματα καταστρέφανε σιλουέτες. Περνούσαν τα παιδιά, περνούσαν τα εγγόνια, περνούσαν τα αδέρφια, τα ανίψια, οι νύφες, οι γαμπροί και γέμιζε η ψυχή γαλήνη και ελπίδα. Να φωτογραφηθεί δεν ήθελε, ντρεπόταν. Της είπα:




